Μια χριστουγεννιάτικη ιστορία

Μια χριστουγεννιάτικη ιστορία

Στο κτίριο της οδού Τριπόδων είχε πέσει σκοτάδι. Οι φοιτητές είχαν φύγει, το ίδιο και οι καθηγητές. Απόψε, Παραμονή Χριστουγέννων το φωτιστικό στο βορεινό γραφείο του πρώτου ορόφου σκόρπιζε τις καπνισμένες δέσμες του μονάχα σε δυο πρόσωπα. Ο νεαρός Ζήσης Βραχωρίτης είχε σκύψει πάνω από χειρόγραφες σελίδες τις οποίες είχε απλώσει όπου βρήκε ελεύθερη επιφάνεια. Έπιανε μια σελίδα στην τύχη και με το βλέμμα διέτρεχε τις αράδες μήπως εντοπίσει το απόσπασμα. Ο καθηγητής και συγγραφέας Ιάσων Παρασάγκας ψαχούλεψε στο τουίντ σακάκι του και από μια τσέπη ξετρύπωσε τον αναπτήρα. Γέμισε με αργές βαριεστημένες κινήσεις την πίπα του και έπειτα την άναψε σιωπηλός. Ήταν ένας γεροδεμένος μεσήλικας με γκρίζα κοντοκουρεμένα μαλλιά και μεγάλη τροφαντή μύτη η οποία έμοιαζε να έχει υπεραιμία και να ανήκει σε άλλο πρόσωπο.

Ο Ιάσων Παρασάγκας υπήρξε διακεκριμένος ακαδημαϊκός, βραβευμένος συγγραφέας και μέλος της Ε.Ε.Α.Λ., αυτά ήταν τα αρχικά της εθνικής επιτροπής αξιολογήσεως λογοτεχνικού έργου. Είχε αφοσιωθεί ολόψυχα στο έργο του, γι’ αυτό και τις μέρες των Χριστουγέννων ─όπως και κάθε μέρα του χρόνου─ έμελλε να τις περνάει μόνος, παρέα με βιβλία και εξαίσιο παλαιωμένο μπράντι, που του είχε δωρίσει συνάδελφος, αντίδωρο για τη διθυραμβική κριτική που ο Ιάσωνας είχε γράψει για το δοκίμιό του, Ορθολογική Αναρχία και η Τέχνη του Κράτους Δικαίου.

Πολύ συχνά οι φοιτητές τον υπέβαλλαν στη δοκιμασία να διαβάζει έργα τους, στα οποία, εξίσου συχνά εντόπιζε φλύαρα σημεία, τετριμμένα σχήματα και κοινότοπες εκφράσεις. Η νουβέλα του μελαχρινού, ευτραφούς Ζήση υποψήφιου διδάκτορα στο τμήμα Συγκριτικής Λογοτεχνίας και Σύγχρονης Τέχνης του οποίου ο Ιάσων Παρασάγκας διατελούσε πρόεδρος δεν αποτελούσε εξαίρεση. Η ιστορία του Επιθεωρητή Γεωργίου αποτελούσε απομίμηση ενός δικού του έργου, «Η Κλειστή Κάμαρα», που το ’90 είχε γυριστεί σε ταινία γεγονός που εδραίωσε τη φήμη του ως καταξιωμένου λογοτέχνη.

Ανακάθισε να βολευτεί στη δερμάτινη καπιτονέ καρέκλα και παρέμεινε σιωπηλός, αναμένοντας τον φιλόδοξο Ζήση, που με τον υποτακτικό χαρακτήρα παρά με την ικανότητά του στη γραφή διεκδικούσε καταξίωση, να μιλήσει ο ίδιος για τη νουβέλα του, παραδεχόμενος ότι η αρχική ιδέα ήταν παρμένη από έργο του ίδιου του καθηγητή. Ο Ζήσης στο μεταξύ βρήκε το χωρίο που πόνταρε ότι θα εντυπωσιάσει τον καθηγητή. ‘«Εδώ! “Η αποτυχία είναι σαν τους νόμους της φύσης. Συμβαίνει σε όλους. Συνέβη και σ’ εμένα”, είπε ο Επιθεωρητής στοχαστικά”. Και το ακόλουθο, ─ σκέφτομαι εάν κάποτε εκδοθεί θα ζητήσω να περιλαμβάνεται στο οπισθόφυλλο─ “Ο Επιθεωρητής πιστεύει στη δύναμη της ύλης. Με απερίγραπτο ζήλο συλλέγει αποτυπώματα, στάχτες τσιγάρου. Ένας πρακτικός άνθρωπος της δράσης, ένας ντετέκτιβ νέας γενιάς”».

Κοίταξε λοξά γεμάτος προσμονή τον καθηγητή. Μα εκείνος, παρότι άκουγε με προσοχή, εξακολουθούσε να σιωπά. Ο Ζήσης που αντιλήφθηκε πλέον ότι δεν θα ακούσει το εγκώμιο που λαχταρούσε, προσπάθησε αφενός να κρύψει την απογοήτευσή του, αφετέρου να κερδίσει χρόνο μήπως και σκαρφιστεί επιτόπου κάποιο εύρημα ώστε να αποσπάσει την εύνοια του καθηγητή, ο οποίος εκτός των άλλων υπήρξε διευθύνων σύμβουλος του Πολιτιστικού Προγράμματος της Εθνικής Τηλεόρασης.

Ο Ζήσης φαντάστηκε να τον προσκαλούν ως ανερχόμενο συγγραφέα στην εκπομπή της Εβίτας Κόγια και αφού μιλήσει για τη σύγχρονη λογοτεχνία να διαφημίσει την αστυνομική νουβέλα του. Η τηλεόραση εξάλλου είναι το απόλυτο λαϊκό μέσο. Η έκθεση θα βοηθούσε στην προώθηση του έργου. Και ποιος ξέρει; Ίσως δινόταν ευκαιρία ο Επιθεωρητής Γεωργίου να γυριστεί ταινία, ακόμη και τηλεοπτική σειρά! Όμως απόδιωξε τις σκέψεις καθώς ο καθηγητής ανακάθισε σταυροπόδι και είπε ξερά και ήπια ότι η ιστορία έχει αδυναμίες. Υπάρχουν αφηγηματικά κενά και σε άλλα σημεία διέκρινε φλυαρία. «Ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Επιθεωρητή Γεωργίου για τη Στεφανί αποτελεί όμορφη προσθήκη που πιθανόν θα συγκινήσει ─ κυρίως τις αναγνώστριες.

«Ωστόσο, δεν παρουσιάζετε σωστά τον ήρωά σας», κατέληξε. «Η αναφορά στη δύναμη της ύλης δεν πείθει και ο τρόπος που εκτυλίσσεται η πλοκή είναι ξαναειπωμένος».

Στο σημείο αυτό, ο καθηγητής έκανε παύση σκουπίζοντας τα γυαλιά του στο μανίκι του κοτλέ πουκαμίσου του, περισσότερο για να αφήσει τον απαραίτητο χρόνο στον φοιτητή να παραδεχτεί ότι η κεντρική ιδέα της νουβέλας έχει στηριχτεί στην Κλειστή κάμαρά του. Ο Ζήσης που άκουγε δυσαρεστημένος και στο μεταξύ ανακάλεσε ότι πέρυσι τέτοια εποχή είχε στείλει ευχετήρια κάρτα για τα γενέθλια του καθηγητή τα οποία συνέπεφταν με τα Χριστούγεννα ευχόμενος να παραβρίσκεται στην εκδήλωση που θα γινόταν προς τιμή του σπουδαίου αυτού μέντορα στην Εταιρία συγγραφέων, ─ μα δεν τον κάλεσαν, ούτε που διανοήθηκε να παραδεχτεί πως η ιδέα στην οποία βασίστηκε για να γράψει τη νουβέλα ανήκε στον ίδιο τον καθηγητή. Ένας λόγος ήταν ότι ο φοιτητής θεωρούσε πως είχε διανθίσει την ιστορία κατά τέτοιον τρόπο ώστε ξεπέρασε σε λογοτεχνική αρτιότητα τον μέντορά του. Ένας ακόμη λόγος ήταν ότι η επιθυμία του Ζήση να βγει από την αφάνεια ήταν τόσο έντονη που τον ωθούσε να οικειοποιείται διάφορα μέσα, συγγραφικά και συμπεριφορικά προκειμένου να γίνει αποδεκτός σε μια κοινότητα που του φάνταζε λαμπερή, οικεία μα ταυτοχρόνως απρόσιτη.

Ο Ιάσων Παρασάγκας έβαλε ξανά τα γυαλιά του νιώθοντας πληγωμένος μιας και ο φοιτητής δεν άδραξε την ευκαιρία να μιλήσει ανοιχτά. Κάτι μουρμούρισε μέσα από τα δόντια και έπειτα κοίταξε προς στο παράθυρο, μια σκοτεινή μεγάλη τρύπα που έχασκε πίσω από το κεφάλι του Ζήση. Η νύχτα πύκνωνε, ωστόσο μπορούσες να διακρίνεις μικρές νιφάδες να αιωρούνται, να επικαθίζουν στο περβάζι και ύστερα να αναρωτιέσαι τι απέγιναν.

Άφησε κάτω την πίπα, ο καπνός της οποίας διαχέονταν σε στρώσεις στο ψηλοτάβανο δωμάτιο και σηκώθηκε για να κορδωθεί και να δείξει με το χέρι ευγενικά κατά την πόρτα.

«Εάν γράψετε κάτι νέο, περάστε να το δούμε».

Ο Ζήσης συγκέντρωσε κατσούφικα τα γραφτά του στο στραπατσαρισμένο ντοσιέ και έκανε να πάρει άνευρα το παλτό του. «Χιονίζει έξω. Και είναι Παραμονή, τι σκέφτεστε να κάνετε;».

«Α, τίποτα ιδιαίτερο. Παλιότερα τέτοιες μέρες μαζί με ομότεχνους και συναδέλφους θα κυκλοφορούσαμε ένα συλλεκτικό τομίδιο με χριστουγεννιάτικες ιστορίες, ή δοκίμια για τον Κόντογλου και τον Παπαδιαμάντη. Το βράδυ θα συγκεντρωνόμασταν σε κάποιο σπίτι ─ ο Σεβδαλής και η γυναίκα του Καίτη, οργάνωναν υπέροχα χριστουγεννιάτικα δείπνα. Έμεναν σε μια εξοχική τεράστια κατοικία στη Λυκόβρυση∙ τυχερός όποιος είχε πρόσκληση. Ανταλλάσσαμε λογοτεχνικά νέα, λέγαμε πικάντικα αστεία». Ο καθηγητής σιώπησε και κοίταξε το πάτωμα σκεφτικός. «Θα μπορούσατε να γράψετε μια χριστουγεννιάτικη ιστορία μυστηρίου. Μια ιστορία νέας γενιάς. Φροντίστε να είναι πρωτότυπη αυτή τη φορά, ε;». Είπε με σαρδόνιο μειδίαμα χτυπώντας φιλικά τον Ζήση στον ώμο, καθώς τον ξεπροβόδιζε. Ο Ζήσης τον κοίταξε κεραυνόπληκτος. Σε απάντηση, ο καθηγητής συνέχισε χαμογελώντας, «Αυτή τη φορά ίσως σκαρφιστείτε κάτι πραγματικά καινούργιο».

Αφού έκλεισε την πόρτα κάθισε στο γραφείο του. Περιεργάστηκε τους δερματόδετους τόμους της βιβλιοθήκης, στα δεξιά υπήρχε μια γυάλινη βάση αλατιέρας. Επιβίωσε πάνω από ογδόντα χρόνια. Μετακινήσεις, αναταραχές κι όμως άντεξε στο πέρασμα του χρόνου που για τους κτήτορες στάθηκε αμείλικτο. Αναστέναξε, ξάπλωσε αναπαυτικά στην πλάτη της καρέκλας και σταύρωσε τα χέρια. Στο χωριό του δεν έλεγαν κάλαντα, ούτε στόλιζαν δέντρα. Ήταν ένα ορεινό χωριό γαντζωμένο στην πλαγιά μίας βραχώδους οροσειράς.

«Θα μου φτιάικς γανήτες μάνα;»

«Θα σου φτιάκω. Άει ωρέ καμάρι μου να πάρεις μια καλή πλάκα».

Προτού καλύψει σούρουπο τον κόσμο θα έτρωγε λαχταριστές απλαδωτές τηγανίτες ψημένες στη μαυρόπλακα. Παραμονές Χριστούγεννα ο πατέρας, επίτροπος στην εκκλησία έλιωνε τα αποκέρια σε μία καραβάνα. Ο Ιάσονας και τα αδέλφια του κρατούσαν ένα μακρύ φυτίλι και έριχναν το λιωμένο κερί με το κουτάλι ώστε να φτιάξουν νέα κεριά, μιας και οι δεκάρες των πιστών δεν αρκούσαν να αγοραστούν καινούργια. Άλλοτε, θυμάται πούλαγαν αυγά να πάρουν μια δραχμή για να πληρώσουν το αγιοκέρι.

Τα Χριστούγεννα στο χωριό τους δεν αντάλλασσαν δώρα. Το πολύ πολύ, καμιά βίζιτα. Ο πατέρας Παραμονή Χριστουγέννων πήγαινε κάποιες φορές στα Γιάννενα και αποκεί έφερνε χάσικο ψωμί και ένα πορτοκάλι. Μοιράζονταν τις φέτες οι οποίες μόλις που έφταναν για τα μέλη του σπιτιού.

Τεντώθηκε μπροστά, έπιασε ένα στυλό, τράβηξε προς το μέρος του μια στοίβα λευκά φύλλα. Αυτό είναι! Μια πρωτότυπη χριστουγεννιάτικη ιστορία. Δοκίμασε να γράψει μια αράδα. Όμως δυσκολευόταν να συγκεντρωθεί. Κάτι που συνιστά πρωτοτυπία οπωσδήποτε είναι η θεματική. Σηκώθηκε και περπάτησε μέχρι το παράθυρο που έβλεπε στον ακάλυπτο.

Στέγες λεπτοστρωμένες χιόνι που αντιφέγγιζαν τη λάμψη του φανοστάτη. Πιο πέρα οι ράγες του τρένου, μια μπαλωμένη έκταση και έπειτα πυκνόχτιστες πολυκατοικίες. Το φωτεινό αμπαζούρ μιας λάμπας, σε ορισμένα παράθυρα φώτα αναβόσβηναν ρυθμικά, άλλα διαμερίσματα είχαν πέσει σε νάρκη αυτή τη μεγάλη νύχτα.

«Ένα ξεχωριστό διήγημα…», σκέφτηκε. Το χιόνι εξακολουθούσε να αιωρείται. Οπωσδήποτε στη Χριστουγεννιάτικη ιστορία να υπάρχει χιόνι. Που όμως θα πέφτει με έναν καινό τρόπο. Τρεις δρασκελιές στον μακρόστενο χώρο αρκούσαν για να επιστρέψει στην καρέκλα του γραφείου του γεμάτος προσδοκία. Ό,τι πριν λίγο υπήρξε αδόμητο στη σκέψη, τώρα άρχιζε να παίρνει μορφή. Χρειαζόταν μονάχα έναν άξονα. Δύο κόσμοι σε σύγκρουση στο χιονισμένο τοπίο. Φαντασμαγορικά μέγαρα με κατάμεστες αίθουσες από ευδιάθετους κύριους και κυρίες σε αντιδιαστολή με κατατρεγμένους μεροκαματιάρηδες που θα ανέβαιναν στον λόφο να κόψουν λαθραία ένα κλωνάρι για να κρεμάσουν χάρτινα στολίδια που τις προηγούμενες βραδιές ψαλίδισαν με κόπο οι γυναίκες τους ξεκλέβοντας λίγο από πνεύμα Χριστουγέννων. Όμως η εικόνα υποχώρησε. Σκέφτηκε την επιτυχία της Κλειστής κάμαρας. Εάν ήθελε να επαναληφθεί η επιτυχία, έπρεπε να αποφύγει τα συνηθισμένα. Μια άλλη σκέψη διέκοψε τον οίστρο του.

Πριν τις γιορτές ο Ντίνος Χατζής, διακεκριμένος κριτικός τον πληροφόρησε ότι πρόκειται να γράψει μονογραφία για την παρασαγκική εικονοπλασία, γεγονός που τον κολάκευσε ιδιαίτερα. Εκείνος, παιδί χειρώνακτα που έτρεχε ξυπόλυτο στο σχολειό, κατόρθωσε να αποτελεί σχολή σκέψης! Μία περίληψη της μονογραφίας επρόκειτο να συμπεριληφθεί σε λήμμα του αναθεωρημένου τόμου Παγκόσμιας Λογοτεχνίας στο Χάρβαρντ, όπως τον διαβεβαίωσε ο Ντίνος Χατζής που υπήρξε υπότροφος και πλέον επισκέπτης καθηγητής του διακεκριμένου πανεπιστημίου. Σε σημαντικό βαθμό τα όνειρά του να κατακτήσει μια θέση στο λογοτεχνικό πάνθεο της χώρας και να αποκτήσει φήμη που θα ξεπερνούσε τα όρια της φτωχής του πατρίδας είχαν εκπληρωθεί. Ανάμεσα σε ομότιμους έχαιρε σεβασμού, για τους νέους συγγραφείς και φοιτητές υπήρξε πυγμαλίωνας. Παρόλα αυτά, η δημιουργικότητά του τα τελευταία χρόνια είχε μάλλον ατονίσει.

Επέστρεψε στην ιδέα της χριστουγεννιάτικης ιστορίας. Όμως η σκέψη του διακόπηκε ξανά παρεμβάλλοντας μια άλλη εικόνα. Χιόνι, γυμνά δέντρα και το πρόσωπο μιας όμορφης μελαχρινής νέας που συγκέντρωνε όλη τη λευκότητα και τη λάμψη του πρωϊνού καθώς ο ίδιος έκοψε από τα ψηλότερα κλαδιά ένα πορτοκάλι από το παγωμένο δέντρο για να της το προσφέρει. Τη θυμήθηκε τώρα άρρωστη στο κρεβάτι κι εκείνον στο προσκεφάλι της ανίκανο να προσφέρει ανακούφιση. Προσπάθησε να αποδιώξει τη θλιβερή ανάμνηση και να φέρει ξανά στο μυαλό του την εικόνα των δύο κόσμων του φτωχικού καταραμένου και εκείνου της ευμάρειας. Όμως με κανέναν τρόπο δεν μπορούσε να σκεφτεί εξιλέωση για τους εύπορους και πλούτο για τους απόκληρους. Και τότε, η σκέψη τον οδήγησε στους δρόμους μιας καταστόλιστης χιονισμένης πρωτεύουσας του βορρά∙ καλοντυμένος κόσμος να προχωρά στα γραφικά δρομάκια, χαρούμενα παιδιά με πολύχρωμους σκούφους να τραβούν τους γονείς τους από το χέρι για να τους οδηγήσουν σε κάποια βιτρίνα καταστήματος παιχνιδιών ή χειροποίητων ζαχαρωτών και την κεντρική πλατεία όπου στη μέση ένα περίτεχνο ρολόι με σκαλιστές φιγούρες σήμαινε ώρα δώδεκα. Στο βάθος ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο με ζαχαρωτά μπαστουνάκια, και κουλουράκια από πιπερόριζα να κρέμονται από τα κλαδιά και κανείς περαστικός να μην απλώνει το χέρι να τα αρπάξει, τόσο χορτασμένοι και πλήρεις ήταν όλοι τους. Και τότε ένιωσε ένα μούδιασμα στην καρδιά, την έξαψη της έμπνευσης όταν αυτή σου χτυπάει την πόρτα και άρχισε να γράφει για δύο κόσμους: τον χορτάτο αριστοκρατικό της καταστόλιστης γιορτής και αυτόν που περιέκλειε το πνεύμα της γιορτής σε φέτες πορτοκάλι.

Κοίταξε μηχανικά προς το παράθυρο, και η σκέψη του ταξίδεψε. «Το λαδοκάντηλο φώτιζε το κελάρι. Και οι μικροί καλαντηστές ετοίμαζαν τα τρίγωνα, τις τζαμάρες, τις φλογέρες τους…».

Write first comment

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *