Το κλασικό έργο του Ζωρζ Σορέλ (1847-1922) που πρωτο-εκδόθηκε το 1908 υπάρχει πλέον σε μια ελληνική έκδοση αντάξια της αξίας και της σημασίας του! Το γεγονός αυτό δεν έχει καθόλου μικρή σημασία δοθέντος ότι ένα γενικότερο πρόβλημα που έχει (διαχρονικά) να αντιμετωπίσει ο έλληνας αναγνώστης είναι η απουσία σοβαρών εκδόσεων ελληνικών μεταφράσεων σημαντικών κειμένων της ευρωπαϊκής τουλάχιστον πολιτικής φιλοσοφίας και σκέψης.
Διαβάζοντας σήμερα τις σκέψεις του Σορέλ για την προλεταριακή απεργία ως πρελούδιο της σοσιαλιστικής επανάστασης θα απορήσει ίσως κανείς σκεπτόμενος ότι στις μέρες μας είναι δύσκολο μια απεργία να έχει «συνταρακτικά» πολιτικά αποτελέσματα· αντιθέτως, θεωρείται πως οι απεργίες σήμερα είναι πολύ σπάνιες και έχουν επί το πλείστον «συμβολικό» χαρακτήρα. Βέβαια δεν ήταν πάντα έτσι· αρκεί να θυμηθούμε την επανάσταση του 1905 στη Ρωσία ή ακόμα και την ελληνική περίπτωση του 1936 οπότε η βασιλομεταξική δικτατορία εγκαθιδρύθηκε την παραμονή μιας εξαγγελθείσης γενικής απεργίας (απόδειξη των αντανακλαστικών της άρχουσας τάξης απέναντι στον επικείμενο ξεσηκωμό της εργατικής τάξης).

Το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου είναι μια πολεμική εναντίον του «κοινοβουλευτικού σοσιαλισμού» που στη Γαλλία εκπροσωπείτο από τον Ζαν Ζορές. Με συνεχείς αναφορές στον Ζορές ο συγγραφέας θέλει να καταδείξει ότι ο επίσημος σοσιαλισμός έχει αντεπαναστατικό χαρακτήρα, επιδεικνύει συμφιλιωτική διάθεση απέναντι στην αστική τάξη, αποστρέφεται τον ακτιβισμό και – το κυριότερο – υπονομεύει την πολιτική αυτονομία της εργατικής τάξης.
Η σχέση του Σορέλ με τον μαρξισμό είναι αμφίσημη. Από τη μια δέχεται τις βασικές απόψεις του Μαρξ και από την άλλη προτάσσει ένα τρόπο δράσης «αναρχοσυνδικαλιστικό» που δεν απαντάται στο μαρξικό έργο. Το τελευταίο ωστόσο δεν εμποδίζει τον Σορέλ από το να θεωρεί πως η δική του αντίληψη είναι μαρξιστική! Όμως πέρα από τους τύπους, αυτό που έχει σημασία είναι ότι ο Σορέλ μιλά για τη δυνατότητα της σοσιαλιστικής επανάστασης και τη δημιουργία σοσιαλιστικής κοινωνίας, για πράγματα δηλ. που στις μέρες θεωρούνται ακόμα και από «προοδευτικούς» ανέφικτα..
Ο Σορέλ κάνει αναφορές στον Καρλ Κάουτσκι, που ήταν η επίσημη αυθεντία του μαρξισμού μετά τον θάνατο του Ένγκελς, ενώ σε παράρτημα της έκδοσης του 1919 υπερασπίζεται τον Λένιν σε μια εποχή που η νεαρή σοβιετική Ρωσία αντιμετωπιζόταν σχεδόν ως ένα κράτος βαρβάρων. Πιθανόν να ξενίζει κάποιους πώς ο οπαδός του αναρχοσυνδικαλισμού Σορέλ εγκωμιάζει τον εμπνευστή του «δημοκρατικού συγκεντρωτισμού» Λένιν· θα μπορούσαμε απλά να πούμε ότι ο Σορέλ ενδιαφερόταν για τη μεγάλη εικόνα. Άλλωστε ο ίδιος «θυμόταν» ότι ο Μαρξ είχε κάποτε υποδείξει πως η Ρωσία θα μπορούσε να περάσει στον σοσιαλισμό παρακάμπτοντας το καπιταλιστικό στάδιο ανάπτυξης.
Η βαθιά γνώση του Σορέλ της ιστορίας της Βίβλου, της Ρώμης και του χριστιανισμού τον καθιστά σχεδόν έναν «Ένγκελς μετά τον Ένγκελς». Η συστηματική πολεμική του κατά του Ζορές τον αναδεικνύει σε πρόμαχο του επαναστατικού σοσιαλισμού, ενώ η προσήλωσή του στην αναγκαιότητα της προλεταριακής απεργίας δικαίως τον αναβιβάζει σε θεωρητικό του επαναστατικού συνδικαλισμού. Με το έτερο γνωστό βιβλίο του Οι ψευδαισθήσεις της προόδου11 ο Σορέλ έδειξε ότι δεν είχε τίποτε να ζηλέψει από του φιλοσόφους της ιστορίας. Πνεύμα καθολικό και ανήσυχο, με εντιμότητα πνευματική και βαθύτατη γνώση της πολιτικής και της ιστορίας, ο Σορέλ αποτελεί παράδειγμα της ζωτικότητας της σοσιαλιστικής σκέψης μιας άλλης εποχής. Μιας σκέψης που σήμερα βρίσκεται σε κρίση αν όχι σε ουσιαστική ανυπαρξία· αλλά που είναι επείγουσα ανάγκη για την εργαζόμενη ανθρωπότητα να αναγεννηθεί και να γίνει ξανά ανταγωνιστική. Για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο χρειάζονται στέρεες θεωρητικές βάσεις και δημιουργικός στοχασμός, στοιχεία που ο Σορέλ διέθετε σε αφθονία22..
Κάποιοι θα πουν ότι η κοινωνία στην οποία αναφέρεται ο Σορέλ δεν υπάρχει σήμερα και ότι ειδικότερα το προλεταριάτο της εποχής του δεν απαντάται στην σημερινή κοινωνία. Αντιθέτως σήμερα κυριαρχούν οι αναλύσεις γύρω από τη «μεσαία τάξη», που κρίνει τα εκλογικά αποτελέσματα ανάλογα με το φορολογικό βάρος που καλείται να σηκώσει κ.λπ. Υπάρχει δόση αλήθειας σε αυτή την κριτική και το μεγαλύτερο λάθος θα ήταν (και κάποιοι το κάνουν) οι πολιτικές αναλύσεις της Αριστεράς να γίνονται με όρους του 19ου αιώνα ή του μεσοπολέμου. Αυτό που παραμένει ίδιο είναι η πώληση της εργατικής δύναμης και το κέρδος που προέρχεται από την ιδιοποιημένη υπεραξία της. Αυτή η «ανακάλυψη» του Μαρξ διατηρεί την ισχύ της, για αυτό και δεν μπορεί να νοηθεί πραγματική κοινωνική απελευθέρωση χωρίς την υπέρβαση της μισθωτής εργασίας σε ένα νέο, ανώτερο κοινωνικό σύστημα, στο οποίο (πρέπει να) προσβλέπει ο σοσιαλισμός (αν θέλει να έχει λόγο ύπαρξης).
Πληροφορίες: Ζωρζ Σορέλ, Σκέψεις για τη βία, μετάφραση: Ελένη Δημητριάδη, εκδ. Πανοπτικόν (2024), 266σελ.
- Κυκλοφόρησε επίσης το 1908, υπάρχει σε ελληνική μετάφραση (Γνώση, 1990)
↩︎ - Κι ας τον αποκάλεσε ο Λένιν «ασυνάρτητο» (Υλισμός και εμπειριοκριτικισμός, Άπαντα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, τ. 18, σ. 314) ↩︎


Αφήστε μια απάντηση