Ινδικτος

Οι αρχαίοι Έλληνες και εμείς – Bruno Snell

 Το «πρόβλημα Αρχαία Ελλάδα» προκαλούσε πάντοτε το ενδιαφέρον των λογίων και όχι μόνο

 Το «πρόβλημα Αρχαία Ελλάδα»* προκαλούσε πάντοτε το ενδιαφέρον των λογίων και όχι μόνο∙ είναι ένα θέμα που επανέρχεται και θα επανέρχεται όχι τόσο λόγω της «επικαιρότητάς» του, όσο γιατί είναι αποδεκτό από πολλούς μελετητές και «ειδικούς» ότι η απαρχή του ευρωπαϊκού πολιτισμού ανάγεται στην αρχαία ελληνική σκέψη. Το τελευταίο αποτελεί και την βασική αρχή του βιβλίου του Bruno Snell (1896-1986), ο οποίος είναι κυρίως γνωστός για το περισπούδαστο έργο του Η ανακάλυψη του πνεύματος, που πρωτο-εκδόθηκε στα γερμανικά το 1946. Και ναι μεν ο συγγραφέας δηλώνει απερίφραστα ερωτευμένος με την αρχαία ελληνική γλώσσα, αυτό όμως δεν τον εμποδίζει να είναι αμερόληπτος, να αναγνωρίζει την ξεχωριστή σημασία της λατινικής γραμματείας (κόντρα ίσως και σε αυτούς που την θεωρούν απλή «μίμηση» της αρχαίας ελληνικής), και να εντοπίζει τις πλευρές του αρχαίου ελληνικού κόσμου που δεν άσκησαν επιρροή ή και απορρίφτηκαν στα νεώτερα χρόνια.

 Η βασική θέση του συγγραφέα είναι ότι η επιστημονική γλώσσα είναι δημιούργημα της αρχαίας ελληνικής γλώσσας∙ και ακόμα πως «τα αρχαία ελληνικά και μόνον τα αρχαία ελληνικά, μας βοηθούν να δούμε τι είναι ουσιαστικά και τι σημαίνουν οι όροι των φυσικών επιστημών». Πρόκειται για μια θέση ταυτόχρονα κοινότοπη και συγκλονιστική, διότι από τη μια για τον καθένα είναι εμφανές ότι οι γνωστότεροι και λιγότερο γνωστοί επιστημονικοί όροι έχουν αρχαιοελληνική προέλευση, και από την άλλη είναι δύσκολο να συνειδητοποιήσει κανείς πώς μια ολόκληρη «Ήπειρος» του ανθρώπινου πνεύματος – η Επιστήμη – βασίζεται στο γλωσσικό μέσο ενός ολιγάριθμου λαού της αρχαιότητας.

Ο συγγραφέας καλεί τον αναγνώστη να αντιμετωπίσει τα επιτεύγματα του αρχαίου πνεύματος από την προοπτική της εξέλιξης και της προόδου, να μην τα αντιμετωπίζει δηλ. απλά ως κάτι που έγινε αλλά ως την αιτία του Τώρα και της σημερινής θέσης της Επιστήμης. Επικαλείται τον Γκαίτε που μας καλεί να «κερδίσουμε την κληρονομιά των Πατέρων μας εάν θέλουμε να την κατέχουμε». Η Αρχαία Ελλάδα δεν υπάρχει σήμερα, άφησε όμως μια τεράστια κληρονομιά, την επιστημονική γλώσσα, και είναι γνωστό ότι η ανθρωπότητα έχει εναποθέσει τις ελπίδες της για πρόοδο στην ανάπτυξη και την τελειοποίηση της Επιστήμης.

Αν έπρεπε να συνοψίσουμε τις βασικές ιδέες του βιβλίου, θα λέγαμε ότι το ζήτημα της «ζωντανής παράδοσης», της παρακμής και της προόδου, της εξέλιξης της αρχαίας τέχνης στην ελληνιστική εποχή και αργότερα στη ρωμαϊκή αναλύονται συνοπτικά και εύληπτα έτσι που ο αναγνώστης να αποκομίζει τη «μεγάλη εικόνα» και να πείθεται οπωσδήποτε για την σημασία της Αρχαίας Ελλάδας που «στις πολλαπλές μορφές της φιλοσοφίας της περιέχονται ως έμβρυο, στην πορεία της εμφάνισης, σχεδόν όλοι οι κατοπινοί τύποι θεώρησης του κόσμου» (Fr. Engels, Dialectics of Nature, Progress Publishers, Moscow 1979, p. 46).

Το συνολικό έργο του Bruno Snell αποτελεί μοναδικό παράδειγμα συνδυασμού  της αγάπης για την κλασική παιδεία και συσχέτισής της με τις ανάγκες και τα προβλήματα του Σήμερα. Και το μικρό αυτό βιβλίο είναι επιβεβαιωτικό της θέσης ότι οι κλασικές σπουδές πρέπει να μείνουν ζωντανές.

* Εκτός από τον Bruno Snell, ο αναγνώστης που ενδιαφέρεται για το προκείμενο θέμα μπορεί να ανατρέξει στην τρίτομη Παιδεία του Werner Jaeger, στο Eμείς και οι Αρχαίοι του Thaddeus Zielinski, καθώς και στο ομότιτλο του Luciano Canfora.

Πληροφορίες: Bruno Snell, Οι αρχαίοι Έλληνες και εμείς, μετάφραση: Αλεξάνδρα Μελίστα, εκδόσεις  Ίνδικτος (1997), 131σελ.

Write first comment

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *