Επιστήμη, ηθική και φιλοσοφία

Επιστήμη, ηθική και φιλοσοφία

Η δυνατότητα επιστημονικής θεμελίωσης της φιλοσοφίας έχει απασχολήσει πολλούς φιλοσόφους.

 Για τη σχέση επιστήμης και φιλοσοφίας έχουν ειπωθεί και γραφεί πάρα πολλά και αυτό θα συνεχίσει να γίνεται όσο το ζήτημα απασχολεί τους φιλοσόφους, τους επιστήμονες, τους λογίους και τους σκεπτόμενους γενικά. Δεν είναι περίεργο αυτό, το αντίθετο μάλιστα∙ πολλοί επιστήμονες ασχολούνται με τη φιλοσοφία και προσπαθούν να δώσουν απαντήσεις σε φιλοσοφικά ερωτήματα, ενώ οι φιλόσοφοι είναι «υποχρεωμένοι» να παρακολουθούν την εξέλιξη της επιστήμης, να σχολιάζουν τα ερωτήματα που προκύπτουν από αυτήν, και να επιχειρούν να δώσουν νέες απαντήσεις σε γνωστά φιλοσοφικά προβλήματα στο φως των νέων επιστημονικών ανακαλύψεων.

Στην αρχαία Ελλάδα οι φιλόσοφοι καταπιάνονταν με τα προβλήματα της επιστήμης, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τον Αριστοτέλη, αυτόν τον Homo Universalis της εποχής του. Είτε μιλάμε για τα Φυσικά, είτε για το Περί ουρανού, τις μελέτες του στη ζωολογία κ.λπ., ο Αριστοτέλης ασχολήθηκε με κάθε μορφή του επιστητού και ταυτόχρονα, όντας ο κατ’ εξοχήν φιλόσοφος, επεξεργάστηκε την Λογική και τη φιλοσοφία της επιστήμης και του ανθρώπου ως εισηγητής της «πρώτης φιλοσοφίας», όπως ονόμασε την φιλοσοφία του όντος (οντολογία).

Έχει ειπωθεί πολλές φορές ότι η ελληνική σκέψη συνοψίζεται στην εξέλιξη των αντιλήψεων των ανθρώπων από τον μύθο στον λόγο. Αυτό είναι σωστό στο βαθμό που η ανάπτυξη της φιλοσοφίας προϋποθέτει τη ρήξη με τις προγενέστερες εδραιωμένες στον μύθο αντιλήψεις. Δεν σημαίνει όμως κάτι τέτοιο από μόνο του ότι η φιλοσοφία είναι a priori ορθολογική και πάντως απαλλαγμένη από μυθολογικά (ανορθολογικά) στοιχεία. Άλλωστε ούτε αυτό που ονομάζουμε Μύθος είναι συλλήβδην κάτι το ανορθολογικό, τουναντίον σε πολλούς «μύθους» μπορεί κανείς να ανιχνεύσει ρεαλιστικές αναπαραστάσεις ή καταστάσεις μη-ανορθολογικές.

Εκτός από την Οντολογία, ο Αριστοτέλης μελέτησε διεξοδικά την Ηθική (στην οποία είναι αφιερωμένα τρία έργα του: Ηθικά Νικομάχεια, Ηθικά Ευδήμεια και Ηθικά μεγάλα). Η συστηματικότητα και η λεπτομέρεια που πραγματεύεται τα ηθικά προβλήματα καθιστούν τον Αριστοτέλη έναν πραγματικό γίγαντα της ηθικής φιλοσοφίας. Γενικώς, η ηθική θεωρείται ο τρίτος κλάδος της φιλοσοφίας (μετά την οντολογία και τη γνωσιολογία). Βεβαίως ασχολήθηκαν με την ηθική φιλόσοφοι μετά τον Αριστοτέλη, όπως ο Επίκτητος και ο Μάρκος Αυρήλιος, με τα έργα τους (Διατριβαί και Εις εαυτόν) να κινούν και σήμερα το ενδιαφέρον. Οι άνθρωποι ενδιαφέ1ρονται πάντοτε για τα προβλήματα της ηθικής σε όλες τις εποχές, ίσως επειδή τα θεωρούν τα πιο κοντινά τους, τα πιο «ανθρώπινα» προβλήματα1.

Στην εποχή μας οι φιλόσοφοι ασχολούνται με τα ηθικά προβλήματα που προκύπτουν από την αλματώδη ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνολογίας (γενετική, βιοτεχνολογία κ.λπ.). Η συζήτηση ανάμεσα στους επιστήμονες και τους φιλοσόφους γύρω από αυτά τα θέματα είναι διαρκής και γόνιμη, ενώ προάγεται η ευαισθητοποίηση όλων των ανθρώπων και η παρακίνησή τους να στοχαστούν σοβαρά γύρω από τα κοινωνικά και ανθρωπολογικά προβλήματα που θέτει η επιστημονική πρόοδος. Στο σημείο αυτό δεν θα πρέπει να παραλείψουμε να αναφέρουμε τον ρόλο της θρησκείας και της επιρροής της σε μέρος της κοινωνίας, με συνακόλουθη επίπτωση στην τροπή που παίρνει η συζήτηση για τα ζητήματα επιστήμης, ηθικής και κοινωνίας.

Η δυνατότητα επιστημονικής θεμελίωσης της φιλοσοφίας έχει απασχολήσει πολλούς φιλοσόφους. Πέρα από το αν είναι εφικτό να υπάρξει μια επιστημονική φιλοσοφία, κρίσιμο είναι να διερευνηθεί κατά πόσο η επιστήμη είναι φιλοσοφικά «ουδέτερη». Βέβαιον είναι ότι η επιστημολογία προσφέρεται για ιδεολογικές ή/και πολιτικές «χρήσεις». Ένας φιλόσοφος που σέβεται τον εαυτό του δέον είναι να αντιμετωπίζει τα επιστημολογικά προβλήματα με ευσυνειδησία και από τη σκοπιά της προόδου και της ευημερίας της ανθρωπότητας. Το τελευταίο μόνο αυτονόητο δεν είναι, όπως έχει αποδειχτεί ιστορικά. Συχνά οι φιλόσοφοι απλά στρατεύονται σε μια πολιτική παράταξη χωρίς κριτική τοποθέτηση, άλλοτε πάλι ζουν αποκομμένοι από την πραγματικότητα και αντιμετωπίζουν μάλλον με σνομπισμό τις ανάγκες και τις επιθυμίες των ανθρώπων. Η φιλοσοφική διδασκαλία, αν πρόκειται να είναι χρήσιμη, δεν πρέπει να χάνει από τον ορίζοντά της τον άνθρωπο με τις αδυναμίες και τα ελαττώματά του, να παρακινεί, να δίνει εναύσματα, να μη χρειάζεται πολλαπλές μεταφράσεις, να μην είναι ακατανόητη. Κάποιες φορές αρκεί για τον φιλόσοφο να πει στον αναγνώστη/ακροατή του: «Ν’ αναφλεγείς ήθελα, όχι να σε διδάξω»2.

  1. Κατά τον Κ. Ι. Δεσποτόπουλο (1913-2016):  «η αξία του ανθρώπου βεβαιώνεται κατ’ εξοχήν στο αγώνισμα της ηθικής» (Φιλοσοφία και διαλεκτική, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1990, σ. 33)
    ↩︎
  2.  Jean Genet, Ο σκοινοβάτης, μετ. Χριστόφορος Λιοντάκης, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1986, σ. 47
    ↩︎
Write first comment

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *